Ελευθερία και Εμπόδια στον Χάρτη
Συνεδρία 1 — 21 Ιουνίου 1995
Η συνάντηση αυτή ξεκίνησε με περίληψη όσων είχαμε πει σχετικά με τον ορισμό της ελευθερίας. Ελευθερία, συνοπτικά, είναι πρόγραμμα ανάπτυξης. Είμαι ελεύθερος όταν αναπτύσσομαι με βάση τον προγεννητικό προγραμματισμό. Ο προγεννητικός προγραμματισμός μπορεί να αλλάξει όταν μια εξωτερική συνθήκη αλλάζει, π.χ. οι κλιματολογικές συνθήκες — τότε με τη μέθοδο δοκιμή-λάθος ο άνθρωπος υιοθετεί νέες συμπεριφορές. Οι συμπεριφορές στις οποίες καταλήγει εγγράφονται στα γονίδια. Στα γονίδια εγγράφονται μόνο οι πληροφορίες του προγεννητικού προγραμματισμού, αλλά και όσες πληροφορίες είναι συμβατές με αυτόν.
Τα εμπόδια είναι παρεκκλίσεις από τον προγεννητικό προγραμματισμό. Είναι διανοητικές κατασκευές και ενέχουν απόδειξη, σύγκριση, προσήλωση. Έτσι δημιουργείται το «ΠΡΕΠΕΙ» που διαχωρίζεται από το «ΕΙΝΑΙ». Π.χ. ενώ το φαγητό είναι φυσική λειτουργία του προγεννητικού προγραμματισμού, όταν γίνεται «πρέπει» και διαχωρίζεται από το «είναι», τότε τρώω είτε πεινάω είτε δεν πεινάω, ή τρώω φαγητά που με βλάπτουν ή με τρόπο που με βλάπτουν, κι όταν κάνω έρωτα το ίδιο. Θυμήθηκε ο Κ.Φ. κάποια φορά που τον ρώτησαν πότε πρέπει να κάνουν έρωτα και απάντησε «το ξέρουμε, ότι πρέπει να κάνουμε έρωτα όταν έχουμε ήδη κάνει». Κι αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρέπει ή πότε ή πώς. Δεν υπάρχει σκέψη — λειτουργούμε βάσει του προγεννητικού προγραμματισμού.
Τα εμπόδια δεν είναι γεγονότα ή άνθρωποι, αλλά αυτό που επενδύουμε πάνω σ' αυτά. Ο θάνατος π.χ. ο ίδιος δεν είναι εμπόδιο, αλλά ό,τι έχουμε επενδύσει πάνω στον θάνατο, οι έννοιες που επενδύουμε.
Η Ανάγκη Επιβράβευσης
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι η ανάγκη επιβράβευσης και από αυτό απορρέουν όλα τα υπόλοιπα κι έτσι εμποδίζεται η ελευθερία. Έχω ανάγκη επιβράβευσης γιατί δεν δέχομαι τον εαυτό μου όπως είναι. Έχω συναίσθημα κατωτερότητας — όπως είπε και ο Άτλας — νοιώθω κατώτερος από κάποιες νόρμες, κάποια πρότυπα, κάποια «πρέπει».
Το Αίσθημα Κατωτερότητας
Όταν γεννιόμαστε από τη φύση μας το σώμα μας είναι πιο μικρό από τους ανθρώπους που ζουν γύρω μας, και είναι πιο μικρό και σε σχέση με τα αντικείμενα που βρίσκονται γύρω μας, το τραπέζι για παράδειγμα. Όταν είμαστε μικρά, μωρά, κάνουμε σύγκριση, αλλά την κάνουμε γιατί μας το έχει μάθει το περιβάλλον. Έτσι δημιουργείται η εικόνα κατωτερότητας που έχουμε για τον εαυτό μας. Στη συνέχεια και οι γονείς και οι δάσκαλοι στο σχολείο δεν μας λένε ότι είμαστε ωραίοι και καλοί όπως είμαστε, οπότε ενισχύεται ακόμα περισσότερο η εικόνα κατωτερότητας.
Όμως, οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει σύγκριση με κάποιο «πρέπει», με κάποιο μοντέλο, και τα μοντέλα δεν μοιάζουν με κανένα άνθρωπο. Όταν είχαν βγάλει κάποια φορά το μοντέλο του ιδανικού μαθητή, είχαν βγάλει το συμπέρασμα αυτό από τα χαρακτηριστικά πολλών παιδιών διαφόρων ομάδων — όμως το μοντέλο δεν έμοιαζε με κανέναν από τους μαθητές. Δηλαδή, το μοντέλο δεν ήταν εκεί.
Εφόσον η ελευθερία είναι ο προγεννητικός προγραμματισμός της ανάπτυξής μας, η ανάγκη για την επιβράβευση μας βάζει σε διαδικασίες συμπεριφοράς, παραγωγής έργου, τρόπου ζωής, διατροφής, κλπ. που να υπηρετούν τα «πρέπει» με τελικό στόχο την επιβράβευση. Δηλαδή, έχω ανάγκη από ύπνο αλλά δεν θα κοιμηθώ ή θα κοιμηθώ ένα συνεχές 6ωρο και θα δουλέψω ένα 18ωρο συνεχές χωρίς διάλειμμα, γιατί πρέπει να είμαι παραγωγική, παραγωγικότερη και ακόμα πιο παραγωγική, γιατί μέσα από αυτό θα έχω επιβράβευση.
Κ.Φ.: Δηλαδή αυτό που μας λες είναι ένα άλλο στοιχείο ότι η ανάγκη της επιβράβευσης δημιουργεί, προκαλεί και γεννάει πολλά εμπόδια — όλα τα εμπόδια από τον φόβο. Πότε φοβόμαστε; Η ζήλεια, το μίσος, όλα τα άλλα, η επιθυμία, γεννιούνται από εκεί... από το αίσθημα κατωτερότητας και την ανάγκη να επιβραβευτούμε. Όλα τα εμπόδια γεννιούνται από εδώ. Δηλαδή εδώ βρισκόμαστε στη βάση που γεννάει όλα τα εμπόδια για την ελευθερία, για την ανάπτυξη του ανθρώπου.
Κ.Φ.: Και γιατί όλα αυτά εμποδίζουν την ανάπτυξη του ανθρώπου; Μαθητής: Διότι ο άνθρωπος φεύγει από το πρόγραμμα, το μοντέλο, το φυσικό της ζωής του. Κ.Φ.: Αυτό είναι. Μαθ.: Το εσωτερικό κανονικό ξεδίπλωμα — και επιβάλλει στον εαυτό του έναν άλλο τρόπο ανάπτυξης έξω από τον προγραμματισμό του. Κ.Φ.: Το μοντέλο είναι διαφορετικό και απέχει πολύ από το μοντέλο το προγεννητικό. Όλοι έχουμε ανάγκη επιβράβευσης. Μόλις νοιώθουμε κατώτεροι, αμέσως — αν κάνετε παρατήρηση — θα δείτε ότι υπάρχει ένα μοντέλο, δεν είμαστε εμείς το μοντέλο, η προσπάθεια να φτάσουμε στο μοντέλο, η δυσκολία να φτάσουμε στο μοντέλο — κι αμέσως πέφτουμε στην παγίδα.
Όταν πάμε να αγοράσουμε αυτά τα ρούχα τα έτοιμα, το Νο 50, το Νο 50 δεν πέφτει ποτέ σωστά σε κανέναν. Διότι στον έναν μπορεί να είναι λίγο κοντά τα μανίκια ή λίγο πιο μακριά, στον άλλον... Θα ήθελα να είμαι 50 νούμερο — ας πούμε ότι είμαι 50, ψοφάω της πείνας και γίνομαι 50. Λοιπόν, έτσι κι αν πάρω το νούμερο 50, εμένα μου είναι φαρδύ στο λαιμό, κοντό στα μανίκια και φαρδύ στο στήθος. Και συνεπώς δεν έχω αρκετό στήθος, παραείναι πλατιές οι πλάτες μου, είναι στενός ο λαιμός μου, παραείναι μακριά τα χέρια μου — και δεν σκέφτομαι ότι μ' αυτά τα χέρια φτάνω τα ράφια εύκολα. Κι αμέσως, μόνο το ότι πάω ν' αγοράσω ένα έτοιμο ρούχο, νοιώθω κατά πολλούς τρόπους μειονεκτικά, συγκρινόμενη με ένα κατασκεύασμα ρομποτικό, το Νο 50.
ΜαθήτριαΗ Παγίδα του Μοντέλου
Κάτω από αυτό υπάρχει μια τάση. Ψάχνω συνέχεια να βρω, έξω από αυτό που είμαι, ένα μοντέλο που θα έπρεπε να είμαι. Συνέχεια στη ζωή μας, από το πρωί μέχρι το βράδυ κάνουμε αυτό. Ψάχνουμε πάντα να βρούμε κάτι, ένα μοντέλο που είναι έξω από αυτό που είμαστε και στο οποίο θα έπρεπε να φτάσουμε και να μοιάσουμε. Κάθομαι μόνος μου και διαβάζω — «πω-πω, να μπορούσα να διαβάζω πιο γρήγορα». Σκέφτομαι — «αχ, να είχα την ικανότητα να κάνω συλλογισμούς με τέτοιο τρόπο». Μετά παίρνω ένα χαρτί — «αχ, κι αν μπορούσα να διαβάζω και γερμανικά». Όλα αυτά τι σημαίνουν; Σημαίνουν: δεν είμαι αρκετός.
Η πηγή, η βασική, όλων των εμποδίων της ανάπτυξης του ανθρώπου — και συνεπώς του σχεδίου, του προγεννητικού σχεδίου, που είναι η ελευθερία, που είναι το γίγνεσθαι — είναι ότι νοιώθω ότι δεν είμαι αρκετός. Ότι είμαι κατώτερος. Και το λέμε κατώτερος, γιατί έχει χρησιμοποιηθεί στην ψυχολογία από τον Άντλερ. Παντού υπάρχει η αίσθηση ότι είμαι κατώτερος, σε οτιδήποτε. Στα μαλλιά μου, καλύτερα θα ήταν να είναι έτσι, στα μάτια μου, καλύτερα θα ήταν να είναι έτσι — σε όλα, στα πάντα. Είμαστε βουτηγμένοι σε ένα συναίσθημα που νοιώθουμε πάντα ανεπαρκείς. Κι όταν ακόμα νοιώθουμε κάπου επαρκείς, νοιώθουμε τόσο ανεπαρκείς σε όλα τα άλλα που κι αυτό το θετικό χάνεται.
Βασική Ιδέα: η θεραπεία για όλα αυτά είναι να γνωρίσω τον εαυτό μου. Δεν είναι να γίνω το μοντέλο. Γιατί το μοντέλο δεν θα μπορέσω να γίνω ποτέ. Γιατί πάντα θα υπάρχει κάποιο άλλο μοντέλο.
Υπάρχει, λοιπόν, κάποιο μοντέλο το οποίο θα προσπαθήσω να φτάσω, κι από κει και πέρα υπάρχει αυτό που είμαι, που δεν είναι αρκετό, και συνεπώς όλος ο αγώνας για να μπορέσω να γίνω το μοντέλο — μέσα σ' αυτόν τον αγώνα εμφανίζεται η ανάγκη της επιβράβευσης. Που είναι το βασικό εμπόδιο και το βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου της Δύσης. Έχει ανάγκη να τον επιβραβεύουν συνέχεια. Οι δικοί του, ο άνδρας του, η γυναίκα του, το παιδί του, ο προϊστάμενός του, ο υπουργός του — τα πάντα.
Αν δεν ξεπεράσουμε αυτό — θα δούμε πώς βγαίνει απ' αυτό ο φόβος. Αν ξέρω ότι δεν μπορώ πια να φτάσω το μοντέλο, αρχίζω και φοβάμαι. Κι όταν κάποιος άλλος έχει φτάσει το μοντέλο, αρχίζω και ζηλεύω. Κι όταν έχω δει κι άλλους να φτάνουν και να πετυχαίνουν κι εγώ δεν πετυχαίνω, αρχίζω να έχω μίσος. Μετά αρχίζω να δημιουργώ επιθυμίες για να γίνω κι εγώ σαν αυτούς και το μοντέλο. Όλα τα εμπόδια που απαριθμήσαμε γεννιούνται από το συναίσθημα κατωτερότητας κι από την ανάγκη επιβράβευσης — που είναι βασικά ο πυρήνας της προσωπικότητας του ανθρώπου της Δύσης. Από εδώ γεννιούνται όλα τα εμπόδια.
Αυτό δεν είναι η ζωή, παιδιά. Αυτό είναι ο θάνατος. Πεθαίνεις συνέχεια. Όταν απορρίπτουμε τον εαυτό μας, έχουμε πεθάνει. Κάθε φορά που τον απορρίπτουμε και τον συγκρίνουμε με ένα μοντέλο και δεν τον βρίσκουμε ικανό, πεθαίνουμε ένα κομμάτι, πεθαίνουμε ένα κομμάτι, και τελικά έχουμε γίνει πτώματα που κυκλοφορούμε και ψάχνουμε απελπισμένα γύρω μας ποιο είναι το μοντέλο και ποιος είναι αυτός ο οποίος θα μας πει τι πρέπει να κάνουμε.
Και οι υπάλληλοι οι οποίοι ψάχνουν προϊστάμενο να τους πει τι να κάνουνε, είναι οι χειρότεροι υπάλληλοι, παιδιά — δεν είναι καθόλου οι καλύτεροι υπάλληλοι όπως νομίζουμε. Τα παιδιά τα οποία περιμένουν τον μπαμπά να τους πει τι να κάνουνε, είναι τα χειρότερα παιδιά, δεν είναι τα καλύτερα παιδιά. Οι σύζυγοι, που ο ένας περιμένει τι θα πει ο άλλος, είναι οι χειρότεροι σύζυγοι. Διότι είναι θυμωμένοι μέσα τους! Και γιατί είναι θυμωμένοι; Διότι έχουν απορρίψει τον εαυτό τους και πιστεύουν ότι δεν αξίζουν. Και προσπαθούν με αγώνα να το καλύψουν — όλοι μας — με το να ντυθούμε καλά, να ενεργήσουμε καλά, να έχουμε ένα καλό μισθό, μια καλή δουλειά, ένα αυτοκίνητο. Όλα αυτά, ξέρετε τι είναι; Είναι αγήματα...
Η Ανωτερότητα ως Μάσκα
Όταν θα αναπτύξουμε, όταν συζητήσουμε για την κατωτερότητα, θα δούμε ότι το άλλο μέρος του νομίσματος — που είναι η ανωτερότητα — είναι ακριβώς το ίδιο. Είναι κάλυψη μιας κατωτερότητας η οποία είναι αισθητή και την οποία προσπαθούμε να καλύψουμε κι από μας τους ίδιους.
Κατωτερότητα
Το αίσθημα ότι δεν είμαστε αρκετοί — συνέχεια συγκρινόμαστε με εξωτερικά μοντέλα και νοιώθουμε ανεπαρκείς σε οτιδήποτε
Ανωτερότητα
Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος — μια μάσκα που καλύπτει μια αισθητή κατωτερότητα, την οποία προσπαθούμε να κρύψουμε ακόμα και από εμάς τους ίδιους
Συνεδρία 2 — 28 Ιουνίου 1995
Κατά τον τρόπο που συνηθίζω να εισάγω τα διάφορα θέματα που μας απασχολούν, σας έβαλα με πολύ μαλακό τρόπο το θέμα της ανάγκης της επιβράβευσης, το οποίο στο δρόμο είδαμε και τώρα πρέπει να καταλάβουμε πια ότι είναι το μεγάλο πρόβλημα που έχει ο άνθρωπος του δυτικού πολιτισμού. Την ανάγκη της επιβράβευσης, την ανάγκη της αναγνώρισης από κάποιους άλλους, από κάποια μοντέλα έξω απ' αυτόν, που δεν αντιπροσωπεύουν ούτε ανταποκρίνονται στις δικές του ανάγκες.
Κεντρικό Ζήτημα: Ο άνθρωπος του δυτικού πολιτισμού χτυπιέται μεταξύ δύο μοντέλων: εκείνο που νομίζει ότι είναι (γιατί ούτε αυτό, ουσιαστικά, είναι) και εκείνο που θέλει να είναι (που είναι εντελώς δύσκολο να γίνει γιατί είναι έξω απ' αυτόν). Αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ελευθερία.
Ορίσαμε ότι η ελευθερία είναι ο προγεννητικός προγραμματισμός, έτσι όπως έχει δημιουργηθεί σιγά-σιγά μέσα στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, του ανθρώπινου είδους, και έχει σχηματισθεί σήμερα ως ένα σύστημα τάσεων που έχει απαιτήσεις από μας — να κάνουμε κάτι, να γίνουμε κάτι, να επιθυμήσουμε κάτι, να εκτελέσουμε κάτι. Είναι το σύστημα του προγεννητικού προγραμματισμού που παίρνουμε κληρονομικά από τους γονείς μας και που είναι μέσα στα γονίδια, και το σύστημα του επιγεννητικού προγραμματισμού που αποκτάμε μέσα από τις εμπειρίες της ζωής μας, και που εγγράφονται σ' ένα μέρος του εγκέφαλου που είναι παρθένο από εγγραφές.
Συνεπώς, είναι σαν να έχουμε δύο εγκεφάλους — έτσι όπως στους δεινόσαυρους — έναν εγκέφαλο που είναι ο παλιός κι έναν νέο εγκέφαλο. Ας προχωρήσουμε όμως πιο χονδρικά.
Οι Δύο Εγκέφαλοι
Ο Παλιός Εγκέφαλος
Ο προγραμματισμός της εξέλιξης του είδους — κληρονομικές οδηγίες μέσα στα γονίδια, που καταγράφουν την εμπειρία ολόκληρης της ανθρωπότητας
Ο Νέος Εγκέφαλος
Δημιουργείται από τις προσωπικές εμπειρίες — εγγραφές στους λοβούς του κάθε ατόμου, που αντιπροσωπεύουν τις ατομικές μας επιθυμίες και αυτοεικόνα
Έχουμε τον παλιό εγκέφαλο, που είναι ο προγραμματισμός της εξέλιξης του είδους, και τον νέο εγκέφαλο που δημιουργείται σιγά-σιγά από τις εμπειρίες του καθενός μας. Βλέπετε ότι είμαστε μεταξύ δύο εγκεφάλων, μεταξύ δύο εγγραφών — ζούμε όλοι μεταξύ δύο εγγραφών, αλλά επειδή δεν έχουμε γνώσεις βιολογίας ούτε έχουμε συνείδηση αυτού που μας συμβαίνει μέσα μας, εμείς το προβάλλουμε σαν ψυχοκοινωνικό θέμα.
Κι απ' την άλλη μεριά, λέμε ότι είναι η απαίτηση η ατομική, η προσωπική, που θέλω να ζήσω κατά ένα τρόπο, και που το μοντέλο αυτό δεν μου το επιτρέπει. Δηλαδή ουσιαστικά το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται: είτε έχω ένα παλιό εγκέφαλο ο οποίος είναι προγραμματισμένος και ξέρει τι θέλει και με προσέχει για να μεγαλώσω καλά — και όταν τον ακολουθώ είμαι ελεύθερος — είτε ένα νέο εγκέφαλο, ο οποίος αν δεν συμφωνεί με τον παλιό, είναι συνέχεια σε σύγκρουση. Και παλεύουν μια ζωή ποιος θα επιβληθεί στον άλλον. Και βέβαια, σε έναν τέτοιο αγώνα δεν επιβάλλεται κανένας σε κανέναν, γιατί αυτός που χάνει είναι ο άνθρωπος που περιέχει τους δύο εγκεφάλους αυτούς.
Ατομικό vs Πολιτιστικό Μοντέλο
Από ψυχοκοινωνική άποψη, λέμε ότι υπάρχει ένα μοντέλο που ανήκει στην παράδοση — είμαι Έλληνας, Χριστιανός, γεννήθηκα στη δεκαετία του '50 ή '60 — κάθε ένα από αυτά φέρει χιλιάδες εγγραφές. Μετά η παράδοση, οι συνήθειες, οι νόμοι. Όλα αυτά αποτελούν ένα σύνολο που μου προτείνει ένα μοντέλο ανθρώπου, ένα μοντέλο ζωής. Κι απ' την άλλη μεριά, αυτό που εγώ ο ίδιος έφτιαξα μέσα από την οικογένειά μου, το σχολείο μου, τον εργασιακό μου χώρο, τους φίλους μου, τους έρωτές μου — και που κατά κάποιον τρόπο διαφέρει από το πολιτιστικό μοντέλο. Έχω το προσωπικό μου μοντέλο και το πολιτιστικό, και χτυπιέμαι μέσα στα δύο αυτά μοντέλα — την ομάδα και το άτομο.
Εγώ είμαι αυτό που θέλω να είμαι, εγώ είμαι το άτομο. Από τις εμπειρίες μου θέλω να είμαι έτσι, να φέρομαι έτσι. Κι από την άλλη πλευρά, είναι η ομάδα, η παράδοση, ο παλιός εγκέφαλος, ο οποίος μου λέει ότι δεν πρέπει να είμαι έτσι και πρέπει να ζήσω αλλιώς. Βασικό στις δύο τάσεις αυτές είναι ότι κάνουν όλη μας τη ζωή, ολονών μας, χωρίς καμία εξαίρεση, να είναι μια μάχη, μια τυραννία — εκεί που έπρεπε να είναι χαρά, ικανοποίηση, ευτυχία.
Ενώ έχουμε την αίσθηση ότι παλεύουμε μεταξύ δύο μοντέλων — το ατομικό και το κοινωνικό, το προσωπικό και το πολιτιστικό — ουσιαστικά δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Έχουμε μπερδευτεί τόσο πολύ μέσα σ' αυτή τη σύγκρουση ώστε δεν ξέρουμε πραγματικά τι θέλουμε — κι αυτό που νομίζουμε ότι θέλουμε δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας αντικατοπτρισμός αυτού που Πρέπει. Το Είναι, δηλαδή, είναι αντικατοπτρισμός — είναι σαν να κοιτάζετε σε έναν καθρέπτη που σας δίνει το είδωλο αυτού που Πρέπει.
Το θέμα παραμένει το ίδιο: Όλοι μας έχουμε ανάγκη από κάποιον να μας πει «μπράβο», να μας δώσει επιβράβευση, να μας πει ότι είμαστε καλά παιδιά. Όταν δεν μας το πει, δεν λειτουργούμε. Θυμώνουμε, εγκαταλείπουμε, γινόμαστε επαναστατικοί, και πολλές φορές καταστρέφουμε και καταστρεφόμεθα.
Η Αναγνώριση στην Καθημερινή Ζωή
Όλα τα φαινόμενα, όπως των ναρκωτικών, της εγκληματικότητας, όλα τα φαινόμενα της αυτοκτονίας — γιατί αυτοκτόνησαν τα παιδάκια με τις εισαγωγικές εξετάσεις; Γιατί το κοινωνικό, το πολιτιστικό μοντέλο τους λέει ότι πρέπει να πετύχουν μέσα από τις συνθήκες που προσφέρει η Πολιτεία αυτή τη στιγμή, οι οποίες είναι συνθήκες κτηνωδίας.
Οι Συνέπειες
Δεν επιτρέπεται σε μια ζωή μέσα να περνάμε τόσες πολλές φορές εξετάσεις. Ιερή εξέταση. Δεν επιτρέπεται να περνάμε μέσα από τόσες εξετάσεις που μοιάζουν πολύ με δικαστήριο Ιερής Εξετάσεως. Η εξέταση αυτή αρχίζει όταν είμαστε μικρά, μέσα στην κούνια, απ' τον μπαμπά και τη μαμά, με τους δασκάλους μετά, συνεχίζεται με την κοινωνία, και φτάνουμε τώρα τα παιδάκια αυτά να πρέπει να δώσουν εξετάσεις σε συνθήκες απαράδεκτες — τις οποίες όλοι νομίζουμε ότι είναι εντάξει. Τυραννάμε τα παιδιά — πριν μπουν, μετά που θα μπουν, αφού βγουν, όλη τους τη ζωή. Και τα παιδάκια τι κάνουν; Αυτοκτονούν. Λέμε και δύο-τρία ευχέλαια εκεί πέρα για να απαλλαγούμε από την ευθύνη, και είμαστε ήσυχοι. Κι έχουμε χάσει κάποιες ζωές — γιατί νόμισαν ότι με τα αποτελέσματα που πήραν, δεν ήταν ικανά να έχουν την αποδοχή και την αναγνώριση.
Κι εγώ, μετά από τις σπουδές μου στα Νομικά και την υπηρεσία μου σαν ασκούμενος σ' ένα γραφείο, εγκατέλειψα — γιατί άλλωστε ο δικηγόρος, ο ίδιος ο δικηγόρος, ήταν ένας μεγάλος δικηγόρος την εποχή εκείνη, μου είπε: «Τι κάνεις, ματάκια μου, εσύ εδώ πέρα; Σήκω φύγε, δεν κάνεις για τη δουλειά αυτή.» Και είχε δίκιο. Είχε δίκιο.
Κ.Φ.Το Αντίπαλο Σύστημα
Μέσα σε μια κοινωνία, δηλαδή το Δικηγορικό επάγγελμα, τα Δικαστήρια, η όλη Δικαιοσύνη — μέσα στο πολιτιστικό μας σύστημα — εκπροσωπεί την ουσία της κοινωνικής μας υπόστασης και του πολιτισμού μας. Είναι συνέχεια ανταγωνισμός: να αποδείξω εγώ ότι εσύ έχεις άδικο, ενώ εσύ προσπαθείς να αποδείξεις ότι εγώ έχω άδικο. Κι αυτό είναι το σύστημα, το «αντιβερσαίρ». Είναι η κοινωνία μας όλη, αλλά το δικαστικό επάγγελμα το δείχνει πάρα πολύ φανερά. Όταν ήμουν νεαρός στα Νομικά, έλεγα: μα γιατί η Πολιτεία επιτρέπει — κάποιος έκανε ένα έγκλημα, ένα αδίκημα — και η Πολιτεία του επιτρέπει να έχει ανθρώπους που θα προσπαθήσουν να αποδείξουν ότι είναι αθώος, ενώ ταυτοχρόνως ιδρύει μια άλλη μερίδα που θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι είναι ένοχος.
Προειδοποίηση: Το πράγμα είναι σχιζοφρενικό, είναι παρανοϊκό, κι εμείς το θεωρούμε πολύ φυσικό. Είναι εντελώς σχιζοφρενικό, εντελώς παρανοϊκό. Όλη η κοινωνία μας είναι δομημένη πάνω σ' αυτή την αντινομία. Η αντινομία αυτή προκαλεί συγκρούσεις — δεν υπάρχει κερδισμένος, υπάρχουν μόνο χαμένοι. Σ' έναν τέτοιο αγώνα δεν υπάρχει κανένας κερδισμένος. Κι αυτός που θα κερδίσει, έχει χάσει.
Το θέμα πίσω από αυτό είναι πάλι το ίδιο: ανάγκη επιβράβευσης και ανάγκη αποδοχής.
Η Ανάγκη Αναγνώρισης
Όταν ένας εγκληματίας δικαστεί, νοιώθει ο ίδιος — είναι τόσο πεπεισμένος για το σύστημα της αποδοχής — ώστε όταν καταδικασθεί, νοιώθει ότι απελευθερώθηκε από το έργο που έκανε, σαν να του δόθηκε συγχώρεση, άφεση. Γιατί ο μπαμπάς — που είναι το Δικαστήριο, οι Δικαστές, όλο το σύστημα — έκανε τη δουλειά του και τον τιμώρησε. Και αυτομάτως μέσα από την τιμωρία νοιώθει ότι έχει απαλλαχτεί. Και βέβαια, το αποτέλεσμα είναι ότι δεν γίνεται απολύτως τίποτε — διότι μπαίνει στη φυλακή, επανέρχεται, και είναι χειρότερος μετά.
Άσκηση Παρατήρησης
Αν αναλύσετε από το πρωί που θα ξυπνήσετε πώς λειτουργείτε μέσα από την ανάγκη αναγνώρισης, θα πάθετε πλάκα. Απ' την ώρα που θα σηκωθείτε, θα πλυθείτε, το σαπούνι που θα διαλέξετε, την οδοντόβουρτσα που θα πάρετε, το πεσκίρι, τον τρόπο που θα πλυθείτε, τον τρόπο που θα βγείτε, τον τρόπο που θα πάτε να φάτε. Όλα αυτά είναι σημεία μέσα από τα οποία ζητάμε αναγνώριση — και γίνονται εντελώς αυτοματοποιημένα.
Από το πώς θα μιλήσουμε, πώς θα κάνουμε έρωτα, πώς θα φάμε, πώς θα σκεφτούμε, πώς θα νοιώσουμε — τα πάντα μορφοποιούνται μέσα από την ανάγκη αναγνώρισης. Ακόμα και ο γάμος γίνεται σύμφωνα με ένα μοντέλο που μας επιβάλλεται απ' έξω.Η Ρίζα: Η Κατωτερότητα
Όλο το πρόβλημα, λοιπόν, η ανάγκη της αναγνώρισης και της επιβεβαίωσης. Σε ποια θεματολογία έχουν πιο πολύ ανάγκη αναγνώρισης και επιβεβαίωσης; Π.χ. στην ερωτική, στην οικογενειακή, στην εργασιακή, στην κοινωνική, στη φιλική, στη μεταφυσική θεματολογία; Πάρα πολλοί κάνουν ό,τι θέλουν στη ζωή τους, αλλά έχουν ανάγκη επιβεβαίωσης στη θρησκευτική ή μεταφυσική θεματολογία. Πηγαίνουν το βράδυ, προσεύχονται στο Θεό, του λένε αυτά που κάνανε, ακούν ότι τους συγχώρεσε, κι επανέρχονται, και την άλλη μέρα ξανακάνουνε τα ίδια. Δυστυχώς, χρησιμοποιούμε ακόμα και τον Θεό και την εκκλησία για τον ίδιο σκοπό — για να έχουμε αναγνώριση. Το ίδιο που μπορούσα να ζητάω από τον μπαμπά μου, μπορούσα να ζητάω από τη μαμά μου, τον άνδρα μου, τη γυναίκα μου, την κοινωνία. Όλο το σύστημα είναι οργανωμένο γύρω από τη λειτουργία και την ανάγκη της αναγνώρισης.
Ποιος από τους γονείς μας δημιούργησε αυτή την ανάγκη για επιβράβευση ή αναγνώριση; Κάποιος από τους δύο μας ζήτησε να συμπεριφερόμαστε όπως Πρέπει και όχι όπως θέλουμε. Και αυτός ο γονιός είναι ο υπεύθυνος για την ανάγκη της αναγνώρισης, έτσι όπως εμφανίζεται σε μένα αυτή τη στιγμή στη ζωή μου. Σήμερα, ο γονιός πια δεν υπάρχει — ποιος τον έχει αντικαταστήσει; Από ποιον ζητάω αναγνώριση σήμερα; Από τον άνδρα μου; Τον προϊστάμενό μου; Τη γυναίκα μου; Το παιδί μου; Την κοινωνία; Κι ο αγώνας μας είναι να εμφανίζουμε αποδείξεις ότι είμαστε άξιοι αναγνώρισης. «Κοίταξε, έκανα κι αυτό — πες μου ότι είμαι καλό παιδί.» Και πεθαίνουμε μέσα σ' αυτό.
Πώς ζητάμε την επιβράβευση; Γλυκά, μαλακά; Με ποιο σενάριο, τι ευφυία; Είμαστε επιθετικοί, μαλακοί, γλυκοί, θλιβεροί; Γινόμαστε άρρωστοι;
Το Άκρο: Μπορούμε να φτάσουμε μέχρι και την αρρώστια. Θα αναλυθούν δύο μεγάλες περιπτώσεις: η Μαργαρίτα, που δημιούργησε την αρρώστιά της ζητώντας αναγνώριση — και ευτυχώς ανάρρωσε — και ο Γιάννης στο Λονδίνο, ο οποίος φαίνεται ότι δεν γλιτώνει. Και τους δύο τους οδήγησε η σύγκρουση μεταξύ του Πρέπει και του Είναι σε πολύ βαριά αρρώστια.
Διότι δεν θέλουμε. Είναι πολύ απλό — δεν θέλουμε. Όταν την έχουμε την επιβράβευση, πώς τη ζούμε; Και όταν δεν την έχουμε, μέχρι πού μπορούμε να πάμε; Μέχρι πού θυμώνουμε; Και ποια είναι τα παράγωγα των αρνητικών συναισθημάτων που βγαίνουν από τη μη-επιβράβευση;
Όλο το θέμα αυτό βασίζεται στο συναίσθημα κατωτερότητας. Όλοι μας νοιώθουμε ότι δεν είμαστε αρκετοί. Κανένας δεν νοιώθει ότι είναι αρκετός έτσι όπως είναι, ότι είναι καλός έτσι όπως είναι, και ότι δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να λειτουργήσει καλά. Όλοι νομίζουμε ότι είμαστε ανεπαρκείς. Και από την ανεπάρκεια, που είναι το συναίσθημα κατωτερότητας, νοιώθουμε ότι είμαστε κατώτεροι, θέλουμε να γίνουμε ανώτεροι. Για να γίνουμε ανώτεροι, αγωνιζόμαστε μια ζωή να κάνουμε πράγματα που μας ζητάνε οι άλλοι — για να είμαστε τα καλά παιδιά. Ακόμα κι όταν πετύχουμε και γίνουμε το πρότυπο του καλού παιδιού, μπερδευόμαστε — γιατί δεν καταλαβαίνουμε γιατί δεν είμαστε καλά, αφού πετύχαμε. Όταν δε αποτύχουμε — κι εκεί είναι το δράμα — δημιουργούμε καταστροφές.
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Γίνετε οι πρώτοι που σχολιάζουν!